Μεταφράσεις:
'العربية / Al-ʿarabīyah |
Σύνδεσμοι με λέξεις που ξεκινούν από:Αα Ββ Γγ Δδ Εε Ζζ Ηη Θθ Ιι Κκ Λλ Μμ Νν Ξξ Οο Ππ Ρρ Σσ Ττ Υυ Φφ Χχ Ψψ ΩωΟΙ ΕΞΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣκαι λίγοι σχετικοί όροιτου Δρ. Phil Bartleμετάφραση: Γεωργία ΣαμαράΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Η λέξη "δημοκρατία" προέρχεται από την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα, όπου "δήμος" είναι ο λαός (όπως στη λέξη δημογραφία) και "κράτος" είναι η δύναμη (όπως στις λέξεις γραφειοκρατία ή αριστοκρατία). Η λέξη δημοκρατία, λοιπόν, σημαίνει τη δύναμη του λαού. Αυτό που είναι ειρωνικό είναι ότι η αρχαία Ελλάδα δεν θα έμοιαζε σήμερα πολύ δημοκρατική, καθώς η οικονομία βασιζόταν στην εργασία των σκλάβων. Υπάρχουν διαφορετικά είδη δημοκρατίας: π.χ. αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όπου οι πολίτες εκλέγουν αντιπροσώπους (π.χ. μέλη του κοινοβουλίου) για να λαμβάνουν αποφάσεις εκ μέρους τους, και συμμετοχική δημοκρατία, όπου οι πολίτες συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων. Ως κινητοποιητής, καλείστε να προωθήσετε τη δημοκρατία, δηλ. σε ένα κοινοτικό έργο, αλλά δεν είστε υποχρεωμένος να μιμηθείτε το βρετανικό κοινοβουλευτικό σύστημα. Αναζητήστε τι είναι κατάλληλο για την κοινωνία. Bahasa Indonesia: demokrasi Deutsch: demokratie, Ελληνικά: δημοκρατια, English: democracy, Español: democracia, Filipino/Tagalog: demokrasya, Français: démocratie, हिन्दी: लोकतन्त्र, Italiano: democrazia, Português: democracia, Română: democratie, ไทย: ประชาธิปไตย, اردو (Urdu): جمہوریت, 中文 (Zhōngwén): 民主ΕΚΔΗΜΟΚΡΑΤΙΣΜΟΣ Η διαδικασία κοινωνικής αλλαγής προς αυξημένη δύναμη λήψης πολιτικών αποφάσεων για όλους τους πολίτες. العربيّة (Arabic): عربي: إقامة الديمقراطيّة, Bahasa Indonesia: demokratisasi, Deutsch: Demokratisierung, Ελληνικά: εκδημοκρατισμοσ, English: democratization, Español: democratización, Filipino: demokratisasyon, Français: démocratisation, हिन्दी (Hindi): लोकतन्त्रीकरण, Italiano: democratizzazione, Română: democratizare ไทย: กระบวนการพัฒนาประชาธิปไตย اردو: جمہوریت 中文 (Zhōngwén): 民主化ΙΚΑΝΟΤΗΤΕΣ Η δυνατότητα, ισχύς ή δύναμη μιας κοινότητας ή οργάνωσης. Deutsch: Macht, empowerment, die stärkung, leistungsfähigkeit, Ελληνικά: ικανοτητεσ, English: capacity, power, strength, Español: capacidad, potenciación, Filipino/Tagalog: kakayahan, pagpapalakas, Français: capacité, empowerment, Italiano: empowerment, Kiswahili: uwezo, Português: capacidade, fortalecendo, Română: capacitate, Pyccкий: paзвития, Somali: awoodaΑΝΑΠΤΥΞΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΩΝ Αύξηση των "ικανοτήτων" (δυνατότητας) μιας κοινότητας ή οργάνωσης. Ενδυνάμωση. Ενίσχυση. Βλέπε Στοιχεία της δύναμης για μια λίστα δεκαέξι στοιχείων ανάπτυξης ικανοτήτων. Η διαφορά μεταξύ της εξέλιξης ικανοτήτων και της ανάπτυξης ικανοτήτων έγκειται στην έννοια της προέλευσης της δύναμης της ανάπτυξης. Ο όρος "ανάπτυξη ικανοτήτων" υποδηλώνει ότι κάποια οργάνωση έξω από την κοινότητα ή την οργάνωση παρέχει την ενέργεια για αύξηση των ικανοτήτων της. Διαπνέεται από την έννοια της "κοινωνικής μηχανικής". Αντίθετα, ο όρος "εξέλιξη ικανοτήτων" υποδηλώνει ότι η ενέργεια για ανάπτυξη είναι εσωτερική στην κοινότητα ή την οργάνωση. Βλέπε το σύνθημα του Julius Nyerere: μια κοινότητα εξελίσσεται μόνη της. العربيّة (Arabic): تطوير القدرة؛ بناء القدرة, Bahasa Indonesia: pengembangan kapasitas, Deutsch: leistungsaufbau; leistungsentwicklung, Ελληνικά: αναπτυξη ικανοτητων, English: capacity development, Español: desarrollo de la capacidad, Filipino/Tagalog; paglilinang ng kakayahan, Français: renforcement des capacités, développement des capacités, bâtiment de capacité, développement de capacité, fortifier de la communauté, हिन्दी (Hindi): षमता विकास अधिकारिकरण, Kiswahili: kujengea uwezo, Português: desenvolvimento de capacidade, Română: dezvoltarea capacitatii, Somali: awoodsiinta ไทย: การพัฒนาขีดความสามารถ; การสร้างขีดความสามารถ, 中文 (Zhōngwén): 提高能力,ΕΝΔΥΝΑΜΩΣΗ Η ενδυνάμωση μιας κοινότητας (ή μιας οργάνωσης) είναι η αύξηση της δύναμής της, βελτίωση των ικανοτήτων (δυνατοτήτων) της να επιτυγχάνει τους στόχους της. Όπως και η ανάπτυξη ικανοτήτων, είναι μια διαδικασία που προσδίδει ισχύ. Βλέπε "Μέτρηση ενδυνάμωσης" για μια λίστα δεκαέξι στοιχείων δύναμης ή ικανοτήτων και μια συμμετοχική μέθοδο μέτρησης της αύξησής της. Η μεθοδολογία ενδυνάμωσης, σε αντίθεση με τη φιλανθρωπική προσέγγιση, στοχεύει να ενδυναμώσει την κοινότητα αντί να την ενθαρρύνει να παραμείνει εξαρτημένη από εξωτερικούς πόρους. Συνεπώς, η μεθοδολογία ενδυνάμωσης δεν κάνει τα πάντα εύκολα για την κοινότητα, επειδή βλέπει ότι η μάχη και η αντίσταση, όπως στη σωματική άσκηση, παράγουν περισσότερη δύναμη. Βλέπε Κοινοτική ενδυνάμωση. Βλέπε Jihadγια μια ενδιαφέρουσα μεταφορά. Deutsch: empowerment, die stärkung, Ελληνικά: ενδυναμωση, Español: potenciación, Filipino/Tagalog: pagpapalakas, Français: empowerment, हिन्दी (Hindi): अधिकारिकरण, Italiano: empowerment, Kiswahili: uwezo, Português: fortalecendo, Pyccкий: paзвитиΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΕΝΔΥΝΑΜΩΣΗΣ Το εκπαιδευτικό υλικό εδώ στοχεύει να καταπολεμήσει τη φτώχεια στο κοινοτικό επίπεδο, όπου η εκπαίδευση στην κινητοποίηση και τη διαχείριση στοχεύουν στην ενδυνάμωση των κοινοτήτων χαμηλού εισοδήματος. Η θεωρία πίσω από τις δεξιότητες και τις τεχνικές εδώ είναι κοινωνιολογική. Ωστόσο, ο επιτυχημένος κοινοτικός εργαζόμενος, ένας ειδικός της εφαρμοσμένης κοινωνιολογίας, δεν μπορεί να επιτελέσει το έργο του άριστα, αν δεν είναι εξοικειωμένος με κάποιες από τις βασικές αρχές που βρίσκονται πίσω από την προσφορά δεξιοτήτων ή την περιγραφή των προγραμμάτων που θα καταρτιστούν. Θεμελιώνεται σε διάφορες σημαντικές αρχές: 1. Η ισορροπία δυνάμεων (διαμορφωτές και καθοδηγητές γνώμης και όχι απλώς η δημογραφική πλειονότητα) πρέπει να επιθυμεί να γίνει η κοινότητα πιο αυτάρκης και να είναι πρόθυμη να καταβάλλει προσπάθειες και θυσίες για το σκοπό αυτόν. (Οι καθοδηγητές και διαμορφωτές γνώμης μπορεί να είναι επίσημοι ή/και ανεπίσημοι, επίσημα αναγνωρισμένοι ή/και μη αναγνωρισμένοι). Χωρίς αυτό, ο κινητοποιητής θα έχανε χρόνο και θα αξιοποιούνταν καλύτερα σε άλλη κοινότητα ή οργάνωση,
Αυτό είναι το βασικό σύνολο των αρχών της μεθοδολογίας ενδυνάμωσης. 'العربية (Arabic): منهجيّة التمكين, Bahasa Indonesia: metodologi pemberdayaan, Deutsch: stärkungsmethode, Ελληνικά: μεθοδολογια ενδυναμωσησ, English: empowerment methodology Filipino: ang pamamaraan na pagsasakapangyarihan, हिन्दी: अधिकारिकरण कार्य-प्रणाली, 日本語: 強化方法論), Português: Metodologia de empoderamento, Română: metodologia intaririi, ไทย: หลักการในการสร้างพลัง 中文 (Zhōngwén): 增强能力的方法ΕΝΙΣΧΥΣΗ Ενδυνάμωση. Αύξηση ικανοτήτων ή δυνατοτήτων για την επίτευξη στόχων. Το να γίνεται κάποιος ισχυρότερος. Deutsch: Empowerment, Macht, die stärkung, Stärken, Ελληνικά: ενισχυση, English: capacity development, empowerment, power, strengthening, Español: capacidad, potenciación, Filipino/Tagalog: pagpapalakas, Français: capacité, empowerment, हिन्दी (Hindi): षमता विकास अधिकारिकरण, Italiano: empowerment, Kiswahili: kujengea uwezo, Português: capacidade, desenvolvimento de capacidade, fortalecendo, Română: dezvoltarea capacitatii, intarire, Pyccкий: Рaзвития, Somali: xoojintaΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ "Συνεργασία" είναι μια σχέση όπου υπάρχει κάποια ισότητα μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών της συμφωνίας. Στη λέξη-κλειδί "ανεξάρτητη", παραπάνω, σημειώθηκε ότι όλοι είμαστε, σε κάποιο βαθμό, αλληλοεξαρτώμενοι. Ενώ το έργο σας οδηγεί μια κοινότητα στην ελευθέρωσή της από την εξάρτηση, δεν μπορεί να γίνει εντελώς ανεξάρτητη. Ο ρεαλιστικός στόχος, συνεπώς, είναι οι κοινότητες να προχωρούν σε συνεργασίες με δημοτικές ή περιφερειακές αρχές και να εργάζονται με στόχο πιο ισότιμες σχέσεις. عربي: شراكة, شراكة, Bahasa Indonesia: kerjasama, Deutsch: partnerschaft. Ελληνικά: συνεργασια, English: partnerships, Español: asociación, Filipino/Tagalog: samahan, Français: association, हिन्दी (Hindi): भागीदारी, Italiano: partenariato, 日本語: 協力, Português: parceria, Română: partneriat ไทย: ความร่วมมือ 中文 (Zhōngwén): 伙伴关系ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ Η "Συμμετοχή" χρησιμοποιείται σε διάφορα συμφραζόμενα σε αυτόν το δικτυακό τόπο. "Κοινοτική συμμετοχή" σημαίνει ότι όλα τα μέλη μιας κοινότητας συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων που επηρεάζουν την κοινότητα (όχι απλώς διαβούλευση ή συνεισφορά). Βλέπε Ενασχόληση με τα κοινά. "Συμμετοχική εκπαίδευση" σημαίνει ότι οι εκπαιδευόμενοι μαθαίνουν ενεργώντας, δηλ. συμμετέχοντας. Πρόκειται για αποτελεσματική μέθοδο εκμάθησης δεξιοτήτων. Οι συμμετέχοντες δεν μαθαίνουν εξίσου αποτελεσματικά, όταν ακούν μια διάλεξη ή μια παρουσίαση. "Συμμετοχική διαχείριση" σημαίνει ότι η διαχείριση δεν επαφίεται μόνο στους διαχειριστές, αλλά είναι υπόθεση όλων. "Συμμετοχική αποτίμηση" (PRA) σημαίνει ότι η κοινότητα ή οργάνωση που επηρεάζεται παρακινείται να συμμετάσχει στην αξιολόγηση της κατάστασης και στον καθορισμό των αναγκών που έχουν προτεραιότητα. 'العربية (Arabic): مشاركة, Bahasa Indonesia: Partisipasi, Deutsch: partizipation, Ελληνικά: συμμετοχη, English: participation, Español: participación, Filipino/Tagalog: pakikilahok, Français: participation, हिन्दी (Hindi): भागीदारी, Italiano: participazione, 日本語: 参加, Português: participação, Română: participare ไทย: การมีส่วนร่วม 中文 (Zhōngwén): 参与ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑ Η λέξει "βιωσιμότητα" είναι σημαντική στην αναπτυξιακή βοήθεια. (Η λέξη δεν υπάρχει στα περισσότερα λεξικά) Αναφέρεται στη "δυνατότητα" κάποιου πράγματος να είναι "βιώσιμο" (να συνεχίζεται) μετά την απόσυρση της εξωτερικής στήριξης. Για την κοινότητα που οικοδομεί ένα δίκτυο ύδρευσης, η επισκευή, ο καθαρισμός και η χρήση της αντλίας μετά την κατασκευή του, είναι το ζητούμενο. Για έναν εξωτερικό δωρητή, είναι η συνέχιση του έργου ή των εξόδων του μετά την απόσυρση του δωρητή. Για εσάς, τον κινητοποιητή, είναι η συνέχιση της κοινωνικής διαδικασίας κοινοτικής ενδυνάμωσης αφού αποχωρήσετε. Για τους περιβαλλοντιστές και τους οικολόγους, η βιωσιμότητα απαιτεί τη στήριξη μιας δραστηριότητας (π.χ. βιολογικά) από το φυσικό περιβάλλον, τη μη εξάντληση των μη ανανεώσιμων πόρων. العربيّة الاستمرارية, Bahasa Indonesia: Keberlangsungan, Deutsch: Nachhaltigkeit, die nachhaltigkeit, Ελληνικά: Bιωσιμότητα, English: sustainability, Español: sostenimiento, Filipino/Tagalog: maipapatuloy, Français: durabilité, Galego: sostentabilidade, हिन्दी : निरंतरता, Italiano: sostenibilita, 日本語: 継続, Kiswahili: udhibiti, Português: sustentabilidade, Română: dezvoltare durabila, Pyccкий: устойчивость, Af Soomaali: xejin, ไทย: ความยั่งยืน, Tiên Việt: Tạm dịch là sự phát triển bền vững, اردو (Urdu): سسٹينيبِلٹ, سسٹينيبِلٹی", 中文 / Zhōngwén: 持续性ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ Η διαφάνεια είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της ενίσχυσης μιας κοινότητας (βλέπε στοιχεία της ενδυνάμωσης). Η λέξη "διαφανής" σημαίνει εδώ την ικανότητα να βλέπει κάποιος μέσα από κάτι. Όταν οι δημόσιοι λειτουργοί προσπαθούν να κάνουν πράγματα (δηλ. να λάβουν αποφάσεις, να εκχωρήσουν πόρους) μυστικά, αποκρύπτοντας τις δραστηριότητές τους από τους πολίτες, δεν είναι διαφανείς. Φέρονται στους πολίτες με αδιαφάνεια. Αυτό προάγει την αναξιοπιστία, την απάθεια και την περιθωριοποίηση (σημαντικοί παράγοντες της φτώχειας και της αδυναμίας της κοινότητας). Το έργο σας ως κινητοποιητή είναι να προωθείτε τη διαφάνεια. Αυτό το κάνετε εξηγώντας τι είναι, καθώς και ότι οι πολίτες έχουν δικαίωμα και ευθύνη να γνωρίζουν τι συμβαίνει (ευαισθητοποίηση). Το κάνετε επίσης διασφαλίζοντας ότι είναι βασικό στοιχείο των κοινοτικών οργανώσεων που σχηματίζετε ή αναδιοργανώνετε. Οι νόμοι, όπως ο Νόμος περί Ελευθερίας της Πληροφόρησης, ή παρόμοιοι νόμοι που διασφαλίζουν ότι οι λεπτομέρειες των κυβερνητικών δαπανών πρέπει να αποτελούν δημόσια αρχεία, διαθέσιμα στους πολίτες, προορίζονται να προωθήσουν την κυβερνητική διαφάνεια, παρότι ορισμένοι αξιωματούχοι θα επιχειρήσουν να ανατρέψουν το πνεύμα τέτοιων νόμων. Αν αποκρύψετε ένα πρόβλημα, το καλύψετε ή αρνηθείτε ότι υπάρχει, είναι βέβαιο ότι παρεμποδίζετε τη λύση του. Αντίθετα, αν το αποκαλύψετε, το παραδεχθείτε και το εξετάσετε έντιμα, είστε σε καλό δρόμο για την επίλυσή του. Η διαφάνεια ισχυροποιεί. Deutsch: die transparenz, Ελληνικά: διαφανεια, English: transparency, Español: transparencia, Filipino/Tagalog: naaaninag, Français: transparence, हिन्दी (Hindi): पारदर्शीता, Italiano: transparenza, Português: transparência, Română: transparenta, Somali: Waadix ไทย: ความโปร่งใส 中文 (Zhōngwén): 透明度––»«––Αν βρίσκετε μια λέξη που χρειάζεται συζήτηση εδώ, γράψτε μας.Αν αντιγράφετε κείμενο από αυτή την τοποθεσία, αναφέρετε τους συντάκτες |
Κεντρική σελίδα |