| .............. |
.
..
| Η
λέξη "κοινότητα" έχει χρησιμοποιηθεί για
διαφορετικά πλαίσια αναφοράς. |
. |
Οι βιολόγοι
μιλούν για κοινότητα εννοώντας αρκετά
μέλη ενός μόνο είδους, ή προερχόμενα από
αρκετά διαφορετικά είδη, που ζουν, ανταγωνίζονται
και συνεργάζονται, για να δημιουργήσουν
ένα ευρύτερο σύνολο. |
..
| Από
την στιγμή της έλευσης του διαδικτύου και
της τεχνολογίας πληροφόρησης, πολλές ομάδες
προσώπων, συχνά εκείνες που έχουν ένα κοινό
ενδιαφέρον, έχουν εξαπλωθεί χωρίς γεωγραφικούς
περιορισμούς και που επικοινωνούν ηλεκτρονικά.. |
. |
Στη συγκεκριμένη
εκπαιδευτική σειρά αυτής της ιστοσελίδας,
η έμφαση δίδεται σε μια πιο ορθόδοξη έννοια
της κοινότητας, μιας κοινότητας που αποτελείται
από ανθρώπινα όντα, που συνήθως έχει γεωγραφικά
όρια (εκτός εάν αυτά μπορούν να εξαπλωθούν,
όπως γίνεται στις νομαδικές κοινότητες)
που σχετίζεται, για παράδειγμα, με κοινότητες
που ποικίλλουν από τοπικές γειτονιές και
μεγάλες αστικές περιοχές , μέχρι απομονωμένα
αγροτικά χωριά. Βλέπε Κατοικία. |
..
| Μια
κοινότητα δεν είναι απλά μια σύνθεση ξεχωριστών
ανρώπινων όντων. Είναι ένας υπερ-οργανισμός
που ανήκει σε και είναι κομμάτι ενός πολιτισμού,
που αποτελείται από αλληλεπιδράσεις μεταξύ
ανθρώπων, που αφορούν οτιδήποτε μπορεί
να μαθευτεί. Οι έξι διαστάσεις της περιλαμβάνουν:
τεχνολογία, οικονομία, πολιτική ισχύ, κοινωνικά
πρότυπα, κοινές αξίες, πεποιθήσεις και
ιδέες. Δεν μεταδίδεται με βιολογικά μέσα,
αλλά με τη μάθηση. |
. |
Όπως
ένα δέντρο ή μια άλλη μορφή ζωής που υπερβαίνει
τα ίδια τα άτομα που την αποτελούν, τα ανθρώπινα
μέλη της (κοινότητας) μπορούν να έρχονται
ή να φεύγουν, μέσω του θανάτου, της γέννησης
ή της μετανάστευσης, και πάλι συνεχίζει
να υπάρχει και να αναπτύσσεται. Δεν είναι
ποτέ ομοιογενής, καθώς εμπεριέχει πολλές
φατρίες, σχίσματα ανταγωνισμούς και συγκρούσεις.
Μια κοινότητα είναι το "όλον, που είναι
μεγαλύτερο από το άθροισμα των επιμέρους
μερών του". Βλέπε
Τί είναι Κοινότητα." |
...
.
| (العربيّة:مجتمع
محلّي, Deutsch: gemeinde,
English:
community
, Ελληνικά:
κοινότητα,
Español: comunidad,
Filipino/Tagalog: komunidad,
Français: communauté,
Galego: comunidade, 日本語, Kiswahili:
jamii,
Malay:
komuniti, Português: comunidade,
Pyccкий: Cooобщество,
Romãnã: comunitate,
Somali: bulsho,
Tiên Việt: cộng
đồng) |
.
..
| Όταν
μια κοινότητα αναπτύσσεται, αυξάνεται.
Βλέπε την λέξη Ανάπτυξη.
Δεν σημαίνει απαραίτητα αύξηση του μεγέθους
ή του πλούτου της. Σημαίνει πως γίνεται
πιο σύνθετη και πιο δυνατή. |
. |
Μια κοινότητα
δεν αναπτύσσεται από έναν κινητοποιητή,
όπως και ένα λουλούδι δεν μεγαλώνει απλά
επειδή κάποιος το τραβάει προς τα πάνω.
Μια κοινότητα (ως κοινωνικός θεσμός) αναπτύσσει
η ίδια τον εαυτό της. Ο κινητοποιητής μπορεί
μόνο να διεγείρει, να ενθαρρύνει και να
καθοδηγεί τα μέλη της κοινότητας. |
..
| Κάποιοι
υποθέτουν πως κοινοτική ανάπτυξη σημαίνει
απλά αύξηση πλούτου ––
αύξηση του κατά κεφαλήν πλούτου ή εισοδήματος.
Μπορεί να σημαίνει αυτό, αλλά περιλαμβάνει
πολλά περισσότερα. |
. |
Σημαίνει
κοινωνική αλλαγή, όπου μια κοινότητα γίνεται
πιο σύνθετη, προσθέτοντας ιδρύματα και
θεσμούς, αυξάνοντας την συλλογική της δύναμη,
αλλάζοντας ποιοτικά τον τρόπο οργάνωσής
της. |
.
|
Ανάπτυξη
σημαίνει αύξηση της συνθετότητας και στις
έξι διαστάσεις του πολιτισμού. Διαφέρει
από την κοινωνική ενδυνάμωση που σημαίνει
αύξηση ισχύος. Παρόλο που οι δύο έννοιες
είναι εξ ορισμού διαφορετικές, είναι με
περίπλοκο τρόπο συνδεδεμένες η μία με την
άλλη.
|
.
| (العربيّة:تطوير
المجتمع المحلّي, Deutsch: gemeindeentwicklung,
English:
community
development , Ελληνικά:
κοινοτική
ανάπτυξη, Español: desarrollo
comunitario, Filipino/Tagalog: kalinagangg
(kaunlaran) pangkomunidad, Français: développement
de la communauté, Galego: desenvolvemento
comunitario, Kiswahili: maendeleo
ya jamii, Malay: pembangunan komuniti,
Português: desenvolvimento
da comunidade, Romãnã: dezvoltarea comunitatii, Somali: horumarka
bulshada, Tiên Việt: sự
phát triển của cộng đồng) |
..
...
|
Αύξηση των
δυνατοτήτων της κοινότητας σημαίνει να
αυξάνεται η ικανότητα της να κάνει πράγματα
για τον εαυτό της.
|
.
|
Περιλαμβάνει
περισσότερα από την απλή προσθήκη κοινοτικών
υπηρεσιών ή εγκαταστάσεων όπως δρόμους,
σύστημα υγιεινής, ύδρευσης, πρόσβασης στην
εκπαίδευση και την ιατρική περίθαλψη.
|
.
| Σημαίνει
αυξημένη ικανότητα και δύναμη. Σημαίνει
ικανότητες, μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και
πιο αποτελεσματική οργάνωση. Μπορεί να
επέλθει από φιλανθρωπίες ή δωρεές πόρων
από εξωτερικές πηγές. Μπορεί να διευκολυνθεί
μέσω δράσης όπως τα κοινοτικά σχέδια (projects),
άλλα μόνο όταν όλα τα μέλη της κοινότητας
συμμετέχουν από την αρχή, για να αποφασίσουν
για μια κοινοτική δράση, να αναγνωρίσουν
κρυμμένες πηγές πόρων μέσα στην κοινότητα,και
μέσω της ανάπτυξης μιας αίσθησης ιδιοκτησίας
και ευθύνης απέναντι στις κοινοτικές εγκαταστάσεις
από την αρχή μέχρι το τέλος. |
. |
Αν και
η αυξημένη δημοκρατικοποίηση μπορεί να
βοηθηθεί από την μεταβίβαση εκ μέρους της
Κυβέρνησης μιας νομοπαραγωγικής εξουσίας
στην κοινότητα, η ικανότητά της να χρησιμοποιεί
τη νόμιμη εξουσία λήψης αποφάσεων εξαρτάται
από το εάν διαθέτει την πρακτική δυνατότητα,δηλαδή
την ικανότητα να παίρνει τις αποφάσεις
που αφορούν την ίδια της την ανάπτυξη, να
καθορίζει η ίδια το μέλλον της. Ισχύς, δύναμη,
δυνατότητα, ικανότητα ενδυνάμωση. |
.
|
Κοινοτική
ανάπτυξη σημαίνει αυξανόμενη περιπλοκότητα
και στις έξι διαστάσεις του πολιτισμού.
Διαφέρει από την κοινοτική ενδυνάμωση
που σημαίνει αύξηση ισχύος. Αν και οι δύο
έννοιες διαφέρουν εξ ορισμού, συνδέονται
με περίπλοκο τρόπο η μία με την άλλη.
|
.
| (العربيّة:تمكين
المجتمع, Deutsch: gemeindestärkung,
English:
community
empowerment , Ελληνικά:
κοινοτική
ενδυνάμωση, Español: potenciación
comunitaria, Filipino/Tagalog: pagsasakapangyarihan
ng komunidad, Français: fortifier
de la communauté, Galego: potenciación
comunitaria, Malay: pemberdayaan komuniti,
Português: fortalecendo
da comunidade, Romãnã: consolidarea
coomunitatii, Tiên Việt: sự
uỷ quyền cộng đồng) |
.
..
| Η
κοινοτική συμμετοχή σημαίνει πολλά περισσότερα
από την συνεισφορά εργασίας ή προμηθειών
∙ σημαίνει συμμετοχή στη διαδικασία λήψης
αποφάσεων, επιλογή του κοινοτικού έργου
(project), το σχεδιασμό του, την εφαρμογή του,
τη διοίκησή του, την επίβλεψη και τον έλεγχο
του. Διαφέρει από την κοινοτική συνεισφορά. |
. |
Η
Κοινωνική Κινητικότητα προωθεί τις δραστηριότητες
μιας κοινότητας-στόχου, με την προοπτική
η κοινότητα να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη
για την ίδια της την ανάπτυξη, ξεκινώντας
με τις αποφάσεις για τα σχέδια που θα αναλάβει,
και να διεγερθεί για να κινητοποιήσει τους
πόρους και να οργανώσει τις διάφορες δραστηριότητες. |
.
|
Η προώθηση
της κοινοτικής συμμετοχής στοχεύει στο
να εξασφαλίσει πως οι αποφάσεις που επιρρεάζουν
την κοινότητα λαμβάνονται από όλα (και
όχι μόνο από λίγα) τα μέλη της κοινότητας
(και όχι από κάποιον εξωτερικό παράγοντα).
|
.
| Με
αυτή τη μεθοδολογία, η κοινοτική συνεισφορά
ενθαρρύνεται, γιατί βοηθάει την κοινότητα
να γίνει πιο υπεύθυνη για τις δραστηριότητες
εάν επενδύσει τους δικούς της πόρους σε
αυτήν. Επίσης, ενθαρρύνουμε την Κυβέρνηση
και εξωτερικούς δωρητές να συζητήσουν
τις δραστηριότητές τους με όλη την κοινότητα
∙ αυτό ονομάζεται κοινοτική συμβουλευτική. |
. |
Εδώ, η
κοινοτική συμμετοχή δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί
ως ισότιμη της κοινοτικής συνεισφοράς
ή της κοινοτικής συμβουλευτικής (όπως λανθασμένα
γίνεται από πολλούς βοηθητικούς οργανισμούς). |
.
| (العربيّة:مشاركة
المجتم المحلّي, Deutsch: gemeindepartizipation,
English : community
participation, Ελληνικά:
κοινοτική
συμμετοχή, Español: participación
comunitaria, Filipino/Tagalog: Pakikilahok
ng Komunidad, Français: participation
de la communauté, Galego: participación
comunitaria, Kiswahili: Ushiriki
wa jamii, Malay: penyertaaan komuniti,
Português: participação
da comunidade, Romãnã: participarea
comunitatii, Somali: ka
geyb galka bushadaa, Tiên Việt:
sự
tham gia của cộng đồng) |
..
...
| Ένα
από τα πιο σημαντικά κομμάτια σοφίας για
να μάθει κανείς είναι πως, όταν δούμε κάποιο
λάθος, το να το επικρίνουμε συνήθως δεν
το αναιρεί ούτε διορθώνει το πρόβλημα.
Αντί για αυτό, συνήθως κάνει το πρόβλημα
χειρότερο. |
. |
Γιατί
αυτό; Επειδή οι άνθρωποι αισθάνονται να
απειλούνται και ότι τους επιτίθενται όταν
κάποιος τους επικρίνει. Η κριτική χαμηλώνει
την αυτοπεποίθησή και το γόητρο τους/μας.
Υιοθετούμε αμυντική στάση όταν μας κριτικάρουν
και, αντί να διορθώσουμε το λάθος, τείνουμε
να το υπερασπιζόμαστε. |
...
| Όταν
κινητοποιούμε κοινότητες, συντονίζουμε
εθελοντές ή διοικούμε προσωπικό, πρέπει
να μάθουμε να περιμένουμε ότι θα κάνουν
λάθη και να είμαστε προετοιμασμένοι να
αντιμετωπίσουμε αυτά τα λάθη με τρόπους
που συμβάλλουν στην εκπλήρωση των σκοπών
μας. |
. |
Δείχνοντας
το θυμό μας, κριτικάροντας το άτομο που
κάνει το λάθος, μπορεί να έχει σαν σκοπό
το να "ξεσπάσουμε", όμως πληρώνουμε τεράστιο
τίμημα για αυτή την προσωπική ανακούφιση.
Ανατρέξτε στις λέξεις-κλειδιά Λάθη,
Θυμός,και
Σάντουιτς,
και αναζητήστε τρόπους να διορθώσετε τα
λάθη χωρίς αρνητική κριτική. |
...
..
| (العربيّة:نقد,
Deutsch: kritik,
English:
críticas,
Ελληνικά:
κριτική,
Español: críticas,
Filipino/Tagalog: kritisismo
o pamumuna, Français: critique,
Galego:
crítica,
Kiswahili:
pingamizi,
Malay: kritikan, Português: crítica,
Romãnã: critica,
Tiên Việt: phê
bình) |
.
...
.
| Διέγερση.
Όχι ακριβώς το ίδιο όπως η οργάνωση,
επειδή πρέπει να υπάρξει δραστηριότητα
(άτομα να κινηθούν, να κινητοποιηθούν) προτού
μπορέσει να αποκληθεί κινητοποίηση. |
. |
Μπορεί
να αποκληθεί "κινητοποιώ". Παρόμοιο με την
κοινωνική
ζωοδότηση, μόνο που η ζωοδότηση περιλαμβάνει
τόσο την κινητοποίηση όσο και την οργάνωση.
Βλέπε "Δράση." |
...
| (العربيّة:يعبيء,
Deutsch: mobilisieren,
English: mobilize,
Ελληνικά:
κινητοποιώ,
Español: movilización,
Filipino/Tagalog: nagbibigay-buhay,
pakilusin,
Français: mobilisez,
Galego: mobilizar,
Malay: memobilisasi, Português: mobilizar,
Romãnã: a
mobiliza, Somali: wacyigelinta,
Tiên Việt: vận
động) |
.
.
| Ο
κινητοποιητής είναι ένα άτομο που κινητοποιεί,
δηλαδή κάνει τα πράγματα να πάρουν το δρόμο
τους. Κοινωνικός ζωοδότης. Υπεύθυνος ή
βοηθός κοινοτικής ανάπτυξης. |
. |
Κοινοτικός
εργαζόμενος. Ακτιβιστής. Προαγωγός της
κοινοτικής συμμετοχής. Βλέπε Το
να είναι κανείς Κινητοποιητής. |
...
| (العربيّة:شخص
يقوم بالتعبئة, Deutsch: mobilisieren,
activist,
English: mobilizer,
activist,
animator,
Ελληνικά:
κινητοποιητής,
ακτιβιστής,
ζωοδότης,
Español: activista, Filipino/Tagalog:
pakilusin,
Italiano: attivista,
Kiswahili: ramsisha.
Français: mobilisateur,
Galego: activista,
日本語: 訓
練士または助成人, Malay: pemobilisasi,
Português: ativista,
Romãnã: mobilizator,
Tiên Việt: người
vận động) |
|
|
.
| Κατευνασμός
της Φτώχειας: |
...
| Η
λέξη "κατευνασμός" σημαίνει την προσωρινή
άρση του πόνου και της δυσφορίας.
Το να δίνουμε χρήματα στους φτωχούς δεν
θέτει τέλος στη φτώχεια. |
. |
Ως
κινητοποιητές, αφοσιωμένοι στην καταπολέμηση
των αιτιών και όχι των συμπτωμάτων της
φτώχειας, αποφεύγουμε αυτή την προσέγγιση
(απλός κατευνασμός μέσω της απόδοσης χρημάτων). |
...
| (العربيّة:تسكين
الفقر, Deutsch: Armutslinderung,,
English: poverty
alleviation, Ελληνικά: κατευνασμός
της φτώχειας, Español: alivio
de la pobreza, Filipino/Tagalog: pagpapawi
sa kahirapan, Français: allégement
de pauvreté, Galego: alivio
da pobreza, Italiano: alleviare
la povertà, Malay: peringanan kemiskinan,
Português: alívio
de pobreza, Romãnã: alinarea
saraciei, Somali: yareynta
faqriga, Tiên Việt: xoá
đói giảm nghèo) |
..
...
| Κοινωνική
Ζωοδότηση σημαίνει να δώσεις ζωή, ψυχή
("anima") σε ένα κοινωνικό θεσμό όπως η κοινότητα. |
... |
Συνήθως
αποκαλείται "Ζωοδότηση" (δεν πρέπει να συγχέεται
με τον σχεδιασμό κινουμένων σχεδίων - στα
αγγλικά, η λέξη animation συμπιπτει νοηματικά
με τον σχεδιασμό κιν. σχεδίων, Σ.τ.Μ) Βλέπε
Ζωοδότηση. |
..
| (العربيّة:تنشيط
إجتماعي, Deutsch: Soziale
Animation,, English: social
animation, Ελληνικά: κοινωνική
ζωοδότηση, Español: animación
social, Filipino/Tagalog: pagbibigay-buhay
panlipunan, Français: animation
sociale, Malay: animasi sosial, Português:
animação
social, Romãnã: animare
sociala, Tiên Việt: lòng
nhiệt tình xã hội) |
..
| Εάν
βρίκατε μια λέξη που σχετίζεται με την
κοινοτική παροχή εξουσιοδότησης, και χρειάζεται
συζήτηση, παρακαλώ γράψτε. |
.
...
.....
....
.
|
(العربيّة
(Arabic): , Deutsch: , English: , Español: , Filipino/Tagalog: , Français:
, Ελληνικά: , हिन्दी (Hindi): , Kiswahili: , Português:
, Romãnã: , Pyccкий: , Somali: , ردو (Urdu): )
|
..
|
μετάφραση
από την
Καλομοίρα Μπιμπέζα
|
––»«––
|