| .............. |
.
..
| Παρακολούθηση
είναι η τακτική παρατήρηση, καταγραφή,
ανάλυση και αναφορά των δραστηριοτήτων
και των αποτελεσμάτων τους σε ένα πρότζεκτ
ή κάποια άλλη συναφή δραστηριότητα.
(See Monitoring). |
.
.
...
| Απο
όλους τους τρόπους εκμάθησης (διάβασμα,
ακρόαση, παρατήρηση) ο πιο αποτελεσματικός
είναι η "πράξη". Δες Μέθοδοι
Εκπαίδευσης. |
. |
Η
εκμάθηση μέσω της πράξης μπορεί να περιλαμβάνει
την άμμεση πράξη όπως το να κάνεις κάτι
κάτω απο την επίβλεψη ενός εκπαιδευτή,
ή την έμμεση όπως να συμμετέχεις σε μια
συνεδρία παιχνιδιού με ρόλους ή σε ένα
παιχνίδι εξομίωσης. |
...
| (Bahasa
Indonesia: bekerja,
Deutsch: handeln,
English: doing,
Español: practicar, Filipino/Tagalog:
paggawa,
Français:
faire, Galego:
facer,
Ελληνικά: Πράξη,
हिन्दी (Hindi): लोकतन्त्र, Malay: membuat,
Nederlands:
doen,
Português:
agir,
fazendo,
Romãnã:
a practica,
اردو (Urdu):عمل) |
.
..
| Περισσότερο
από απλά τραγούδια και χορούς, ο πολιτισμός,
στην κοινωνική επιστήμη, σημαίνει το συνολικό
κοινωνικό σύστημα, το σύνολο όλων των στάσεων
και συμπεριφορών που έχουν διδαχθεί, που
αποτελείται από κοινωνικό-πολιτισμικά
συστήματα που ανήκουν σε έξι διαστάσεις:
τεχνολογική,
οικονομική,
πολιτική,
συμμετοχική,
ιδεολογική
και παγκόσμια
οπτική. |
. |
Η βασική
μονάδα πολιτισμού είναι το "σύμβολο". Ο
πολιτισμός δεν ενυπάρχει στα γονίδια ∙
μεταδίδεται μέσω της μετάδοσης συμβόλων.
Κάποιες φορές αποκαλειται "υπερ-οργανική"
γιατί αποτελείται από συστήματα που ξεπερνούν
τα βιολογικά όντα, τους ανθρώπους, που οικοδομούν
και φέρουν τον πολιτισμό. |
...
...
| (العربيّة:ثقافة,
Deutsch:kultur,
English: culture,
Ελληνικά:
πολιτισμός,
Español: cultura,
Filipino/Tagalog: kultura,
Français: culture,
Galego: cultura, Kiswahili: tamaduni,
Malay: budaya, Português: cultura,
Romãnã: cultura,
Somali: dhaqanka, Tiên Việt: văn
hoá) |
.
| Πρακτικά
(Μάθηση στην πράξη) |
...
| Από
όλους τους τρόπους μάθησης (ανάγνωση, άκουσμα,
παρακολούθηση), ο πιο αποτελεσματικός είναι
η μάθηση στηνπράξη. Μέθοδοι
Εκπαίδευσης. |
. |
Η μάθηση
στην πράξη μπορεί να περιλαμβάνει να γίνει
μια πράξη ευθέως, πχ στο πεδίο υπό την επίβλεψη
ενός εκπαιδευτή, ή πλαγίως, όπως μέσω συμμετοχής
σε ένα παιχνίδι ρόλων ή προσομοίωσης. |
...
| (العربيّة:عمل
(التعلّم عن طريق العمل), Deutsch: handeln,
English: doing,
Ελληνικά:
πρακτικά,
Español: practicando,
Filipino/Tagalog: paggawa,
Français: faire,
Galego: facer,
Ελληνικά: Πράξη,
हिन्दी (Hindi): लोकतन्त्र, 日本語:
実技,
Malay:
membuat,
melakukan, Nederlands: doen,
Português: fazendo,
agir,
faça,
Romãnã:
a practica,
Tiên Việt: làm) |
.
| Εάν
βρίκατε μια λέξη που σχετίζεται με την
κοινοτική παροχή εξουσιοδότησης, και χρειάζεται
συζήτηση, παρακαλώ γράψτε. |
.
...
.....
....
.
|
(العربيّة
(Arabic): , Deutsch: , English: , Español: , Filipino/Tagalog: , Français:
, Ελληνικά: , हिन्दी (Hindi): , Kiswahili: , Português:
, Romãnã: , Pyccкий: , Somali: , ردو (Urdu): )
|
..
|
μετάφραση
από την
Καλομοίρα Μπιμπέζα
|
––»«––
|